Της Άννας Παπαδοπούλου
Πρώτο καλοκαιρινό διάλειμμα πριν τον Αύγουστο. Μια γεμάτη σεζόν πίσω μου και μαζί της, η ανάγκη για μια ανασκόπηση: των προκλήσεων, των επιτυχιών, όσων ξανάμαθα για τον εαυτό μου.
Ως εκπαιδεύτρια σε διετή ακαδημία ηγεσίας για τους διευθυντές μεγάλου παρόχου ενέργειας, η πρώτη πρόκληση εμφανίζεται συχνά πριν καν μπούμε στην αίθουσα, στην προσέλευση, με τον καφέ στο χέρι και τις πρώτες κουβέντες: «Ωραίες οι εκπαιδεύσεις, αλλά εγώ δεν προλαβαίνω».
Το ακούμε πολύ συχνά. Από ανθρώπους με γεμάτο ημερολόγιο και μόνιμη πίεση. Οι εκπαιδεύσεις υπόσχονται καλύτερο έλεγχο αυτών των εργασιακών προκλήσεων. Αλλά αυτό δεν γίνεται όσο γρήγορα ή εύκολα θα θέλαμε. Με τον καιρό, και αναλογιζόμενη τις στιγμές που κι εγώ είχα παρόμοιες σκέψεις πριν γίνω εκπαιδεύτρια, κατάλαβα ότι συχνά πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται κάτι άλλο.
Όχι η έλλειψη χρόνου, αλλά η ύπαρξη φόβου. Φόβου ότι, πριν φτάσουν κάπου καλύτερα, θα νιώσουν πρώτα μια απώλεια ελέγχου· χωρίς εγγύηση πότε θα ξανανιώσουν ασφαλείς ή στη γνώριμη θέση ισχύος που κατέχουν σήμερα. Τον παρατηρούμε στις μικρές, σχεδόν αθόρυβες στιγμές μέσα στην εκπαίδευση: Ένα βλέμμα που αποφεύγει επαφή τη στιγμή που ζητάμε να μοιραστούν κάτι πιο προσωπικό. Ένα «καλά, ας την κάνουμε γρήγορα» πριν από μια άσκηση που απαιτεί να σταθούν λίγο πιο ανοιχτοί απ’ όσο συνηθίζουν. Μια σιωπή λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω από το αναμενόμενο, πριν κάποιος τολμήσει να απαντήσει σε μια ερώτηση που τον φέρνει εκτός της συνηθισμένης του άνεσης. Αυτό που έχω αποφασίσει πια συνειδητά να κάνω ως εκπαιδεύτρια είναι να μη μάχομαι το «δεν προλαβαίνω». Αλλά να δημιουργώ χώρο για την πραγματική ανησυχία πίσω από αυτό. Ο ρόλος μου δεν είναι να καθησυχάσω βιαστικά, Είναι να μείνω μαζί τους λίγο περισσότερο μέσα σε αυτή τη δυσκολία. Γιατί αρκεί μια μικρή μετατόπιση. Μια εποικοδομητική διαφωνία. Μια φράση ταύτισης. Ένα βλέμμα που αλλάζει ξαφνικά πρίσμα. Αυτό αρκεί για να ξεκλειδωθεί η αξία και η δύναμη ενός ολόκληρου προγράμματος ηγεσίας.
Η δεύτερη πρόκληση έρχεται συχνά με τη μορφή ενός «δύσκολου» συμμετέχοντα. Ένα σχόλιο που ξεσηκώνει γέλιο στην ομάδα ακριβώς τη στιγμή που απαιτείται σοβαρότητα. Ένα «αυτό δεν θα γινόταν ποτέ έτσι στην πράξη», ειπωμένο σαν πρόκληση, όχι σαν προβληματισμός. Το πρώτο ένστικτο ενός εκπαιδευτή είναι ο δικός του φόβος για απώλεια ελέγχου στην αίθουσα· ο έλεγχος της αίθουσας είναι άλλωστε μέρος της δουλειάς του. Ωστόσο, ανάμεσα στην επιλογή του ενστίκτου της άμυνας ή της φυγής και την επιλογή της ενσυναίσθησης και της περιέργειας, κρίνεται τελικά το δίλημμα της σύνδεσης ή αποσύνδεσης και τελικά της εμπιστοσύνης. Εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του εκπαιδευτή, αλλά και στο ίδιο το περιεχόμενο της ακαδημίας.
Γιατί τελικά αυτές οι απρόσκλητες στιγμές έχουν τη δύναμη να γίνονται οι πιο αποκαλυπτικές: εκεί η ομάδα βλέπει, ζωντανά και όχι σε σενάριο role play, πώς διαχειρίζεται κανείς μια απαιτητική συζήτηση παρά τις προκλήσεις. Πώς διατηρεί το επίπεδο χωρίς να έχει τον έλεγχο. Πώς προκρίνει τη σύνδεση με τον συνομιλητή του, έναντι του να «κερδίσει» τη στιγμή, χάνοντας όμως την ουσία. Όταν καταφέρνω να μείνω σε αυτή τη στιγμή με ηρεμία, χωρίς να σταθώ στην αντίσταση, ταυτόχρονα χωρίς και να την αφήσω να παρασύρει το σύνολο, τότε το πρόγραμμα αναδεικνύει την αξία του με τον πιο πειστικό τρόπο σε πραγματικό χρόνο.
Γιατί πρώτοι εμείς οι εκπαιδευτές καλούμαστε να αξιοποιήσουμε τα ίδια τα εργαλεία που καλούμε τους συμμετέχοντες μας να μάθουν: Την επιλογή της περιέργειας, της φιλομάθειας και του πραγματικής σύνδεσης πάνω από όλα, αντί της επιβολής και της ψευδαίσθησης του ελέγχου.
Τελικά, νομίζω ότι αυτό είναι το πιο απαιτητικό – και το πιο ουσιαστικό – κομμάτι της δουλειάς μας ως εκπαιδευτές ηγεσίας: Να μένουμε παρόντες μέσα στην αμηχανία, την αντίσταση και την αβεβαιότητα. Γιατί ξέρουμε ότι ακριβώς εκεί κρύβεται η δύναμη της ανάπτυξης. Κι αν το δούμε με ακόμη περισσότερη απόσταση, και οι δύο πλευρές – εκπαιδευτής και συμμετέχων – τελικά καλούμαστε σε μια κοινή αποστολή να κάνουμε το ίδιο πράγμα: να αφήσουμε τον έλεγχο.
Για τους συμμετέχοντες, σημαίνει να αφήσουν τη θέση ισχύος που τους έφερε ως εδώ και να αμφισβητήσουν τους εαυτούς τους. Για τον εκπαιδευτή, σημαίνει να μένει συνειδητά παρών μέσα στην αβεβαιότητα, χωρίς έλεγχο της αίθουσας, χωρίς έλεγχο των συμμετεχόντων, επενδύοντας μόνο στη σύνδεση. Η Brené Brown μιλά συχνά για το πώς αυτή η ευαλωτότητα της αφοπλισμένης σύνδεσης, δεν είναι αδυναμία, αλλά πραγματικό θάρρος. Και είναι τόσο μεγάλη η ανακούφιση όταν το συνειδητοποιείς και απελευθερώνεσαι: ο έλεγχος δεν εγγυάται ασφάλεια ούτως ή άλλως · είναι απλώς μια άνετη φυλακή και τίποτα σπουδαίο δεν συμβαίνει εκεί μέσα.
Κι όπως κάθε ηλιοβασίλεμα προϋποθέτει μια ημέρα γεμάτη, έτσι και όλοι χρειαζόμαστε τα διαλείμματα μας για να αναστοχαζόμαστε και να παρατηρούμε όσα μας κάνουν ακόμα πιο θαρραλέους για να μπορούμε να συνεχίζουμε να χτίζουμε ακόμα πιο ουσιαστικά. Καλό καλοκαίρι σε όλους!
